τετράμπουλο
•
- ναυτικός όροςονομασία ναυτικού σχοινιού που φέρει τέσσερα έμπολα που συστρέφονται γύρω από τη μήτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετράμπουλο < τετρ- + έμπουλο (< έμπολο) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράμπουλο | τετράμπουλα |
| Γενική | τετράμπουλου | τετράμπουλων |
| Αιτιατική | τετράμπουλο | τετράμπουλα |
| Κλητική | τετράμπουλο | τετράμπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →