τετράπεδος
•
- αυτός που φέρει τέσσερα επίπεδα ή επιφάνειες Βικιλεξικό
- αυτός που φέρεται σε, ή καλύπτει, τέσσερα επίπεδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετράπεδος < τετρα- + πέδος (< πεδίο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράπεδος | τετράπεδη | τετράπεδο |
| Γενική | τετράπεδου | τετράπεδης | τετράπεδου |
| Αιτιατική | τετράπεδο | τετράπεδη | τετράπεδο |
| Κλητική | τετράπεδε | τετράπεδη | τετράπεδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράπεδοι | τετράπεδες | τετράπεδα |
| Γενική | τετράπεδων | τετράπεδων | τετράπεδων |
| Αιτιατική | τετράπεδους | τετράπεδες | τετράπεδα |
| Κλητική | τετράπεδοι | τετράπεδες | τετράπεδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →