τετράποδο
•
- κάθε ζώο που είναι μέλος της υπερομοταξίας των Τετραπόδων, χορδωτό ζώο που έχει τέσσερα άκρα Βικιλεξικό
- Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 https://farostoukosmou.com/el/%CE%BF%CE%B9-%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82/)
- προσφώνησηπροσφώνηση για άνθρωπο κουτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετράποδο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τετράποδος < ελληνιστική κοινή τετράποδος < αρχαία ελληνική τετράπους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράποδο | τετράποδα |
| Γενική | τετράποδου | τετράποδων |
| Αιτιατική | τετράποδο | τετράποδα |
| Κλητική | τετράποδο | τετράποδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →