Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετράπτερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει, ή φέρει, τέσσερα φτερά ή φτερούγες, όπως π.χ. έντομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετράπτερος < τετρα- + πτερόν

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράπτεροςτετράπτερητετράπτερο
Γενικήτετράπτερουτετράπτερηςτετράπτερου
Αιτιατικήτετράπτεροτετράπτερητετράπτερο
Κλητικήτετράπτερετετράπτερητετράπτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράπτεροιτετράπτερεςτετράπτερα
Γενικήτετράπτερωντετράπτερωντετράπτερων
Αιτιατικήτετράπτερουςτετράπτερεςτετράπτερα
Κλητικήτετράπτεροιτετράπτερεςτετράπτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →