Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετράστιχος

/teˈtɾa.sti.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ποίημα ή ρητόπου αποτελείται από τέσσερις στίχους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετράστιχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τετράστιχος, μορφολογικά αναλύεται τετρά- + στίχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράστιχοςτετράστιχητετράστιχο
Γενικήτετράστιχουτετράστιχηςτετράστιχου
Αιτιατικήτετράστιχοτετράστιχητετράστιχο
Κλητικήτετράστιχετετράστιχητετράστιχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράστιχοιτετράστιχεςτετράστιχα
Γενικήτετράστιχωντετράστιχωντετράστιχων
Αιτιατικήτετράστιχουςτετράστιχεςτετράστιχα
Κλητικήτετράστιχοιτετράστιχεςτετράστιχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →