Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετράστοιχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις στοίχους, ή σειρές Βικιλεξικό
  2. χημεία: αυτός που περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία (κράμα) Βικιλεξικό
  3. στρατιωτικός όρος: αυτός που περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία οπλικού συστήματος, π.χ. βλήματα, εκτοξευτήρες κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετράστοιχος < τετρα- + στοίχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράστοιχοςτετράστοιχητετράστοιχο
Γενικήτετράστοιχουτετράστοιχηςτετράστοιχου
Αιτιατικήτετράστοιχοτετράστοιχητετράστοιχο
Κλητικήτετράστοιχετετράστοιχητετράστοιχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράστοιχοιτετράστοιχεςτετράστοιχα
Γενικήτετράστοιχωντετράστοιχωντετράστοιχων
Αιτιατικήτετράστοιχουςτετράστοιχεςτετράστοιχα
Κλητικήτετράστοιχοιτετράστοιχεςτετράστοιχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →