Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετράστομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει τέσσερα στόματα, ή εισόδους - εξόδους Βικιλεξικό
    • τετράστομη σήραγγα (= διπλή σήραγγα)
  2. αυτός που φέρει τέσσερις εκβολές ποταμών Βικιλεξικό
    • τετράστομος κόλπος
  3. αυτός που φέρει τέσσερις αιχμές Βικιλεξικό
    • τετράστομος πέλεκυς

Ετυμολογία

τετράστομος < τετρα- + στόμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράστομοςτετράστομητετράστομο
Γενικήτετράστομουτετράστομηςτετράστομου
Αιτιατικήτετράστομοτετράστομητετράστομο
Κλητικήτετράστομετετράστομητετράστομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράστομοιτετράστομεςτετράστομα
Γενικήτετράστομωντετράστομωντετράστομων
Αιτιατικήτετράστομουςτετράστομεςτετράστομα
Κλητικήτετράστομοιτετράστομεςτετράστομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →