τετράχρονος
•
- που είναι τεσσάρων χρονών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετράχρονος < τετρά- + -χρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράχρονος | τετράχρονη | τετράχρονο |
| Γενική | τετράχρονου | τετράχρονης | τετράχρονου |
| Αιτιατική | τετράχρονο | τετράχρονη | τετράχρονο |
| Κλητική | τετράχρονε | τετράχρονη | τετράχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράχρονοι | τετράχρονες | τετράχρονα |
| Γενική | τετράχρονων | τετράχρονων | τετράχρονων |
| Αιτιατική | τετράχρονους | τετράχρονες | τετράχρονα |
| Κλητική | τετράχρονοι | τετράχρονες | τετράχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →