τετράψιδο
•
- τετράπλευρο, θριαμβικό ή μνημειακό οικοδόμημα, που φέρει μία αψίδα ανά πλευρά Βικιλεξικό
- τετρακιόνιο σε τετράγωνη διάταξη τα άνω άκρα του οποίου συνδέονται με αψίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετράψιδο < τετρα- + αψίδα, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του τετράψιδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράψιδο | τετράψιδα |
| Γενική | τετράψιδου / τετραψίδου | τετράψιδων / τετραψίδων |
| Αιτιατική | τετράψιδο | τετράψιδα |
| Κλητική | τετράψιδο | τετράψιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →