Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετράψιδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει τέσσερις αψίδες Βικιλεξικό
  2. αυτός που φέρει πολλές αψίδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετράψιδος < τετρα- + αψίδα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράψιδοςτετράψιδητετράψιδη / τετράψιδο / τετράψιδος
Γενικήτετράψιδουτετράψιδηςτετράψιδου
Αιτιατικήτετράψιδοτετράψιδητετράψιδο
Κλητικήτετράψιδετετράψιδητετράψιδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετράψιδοιτετράψιδεςτετράψιδα
Γενικήτετράψιδωντετράψιδωντετράψιδων
Αιτιατικήτετράψιδουςτετράψιδεςτετράψιδα
Κλητικήτετράψιδοιτετράψιδεςτετράψιδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →