τετραγωνικός
•
- ο σχετικός με τετράγωνο, ή που ανάγεται σε μέτρηση κατά τετράγωνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραγωνικός < τετράγωνο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραγωνικός | τετραγωνική | τετραγωνικό |
| Γενική | τετραγωνικού | τετραγωνικής | τετραγωνικού |
| Αιτιατική | τετραγωνικό | τετραγωνική | τετραγωνικό |
| Κλητική | τετραγωνικέ | τετραγωνική | τετραγωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραγωνικοί | τετραγωνικές | τετραγωνικά |
| Γενική | τετραγωνικών | τετραγωνικών | τετραγωνικών |
| Αιτιατική | τετραγωνικούς | τετραγωνικές | τετραγωνικά |
| Κλητική | τετραγωνικοί | τετραγωνικές | τετραγωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →