Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραγωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τετράγωνο, ή που ανάγεται σε μέτρηση κατά τετράγωνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραγωνικός < τετράγωνο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραγωνικόςτετραγωνικήτετραγωνικό
Γενικήτετραγωνικούτετραγωνικήςτετραγωνικού
Αιτιατικήτετραγωνικότετραγωνικήτετραγωνικό
Κλητικήτετραγωνικέτετραγωνικήτετραγωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραγωνικοίτετραγωνικέςτετραγωνικά
Γενικήτετραγωνικώντετραγωνικώντετραγωνικών
Αιτιατικήτετραγωνικούςτετραγωνικέςτετραγωνικά
Κλητικήτετραγωνικοίτετραγωνικέςτετραγωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →