τετραδιάτικος
•
- που αναφέρεται στην ημέρα της Τετάρτης Βικιλεξικό
- ανήμερα της Τετάρτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραδιάτικος < κύριο όνομα Τετράδη αντί Τετάρτη + επίθημα -άτικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραδιάτικος | τετραδιάτικη | τετραδιάτικο |
| Γενική | τετραδιάτικου | τετραδιάτικης | τετραδιάτικου |
| Αιτιατική | τετραδιάτικο | τετραδιάτικη | τετραδιάτικο |
| Κλητική | τετραδιάτικε | τετραδιάτικη | τετραδιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραδιάτικοι | τετραδιάτικες | τετραδιάτικα |
| Γενική | τετραδιάτικων | τετραδιάτικων | τετραδιάτικων |
| Αιτιατική | τετραδιάτικους | τετραδιάτικες | τετραδιάτικα |
| Κλητική | τετραδιάτικοι | τετραδιάτικες | τετραδιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →