Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραδιάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην ημέρα της Τετάρτης Βικιλεξικό
  2. ανήμερα της Τετάρτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραδιάτικος < κύριο όνομα Τετράδη αντί Τετάρτη + επίθημα -άτικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραδιάτικοςτετραδιάτικητετραδιάτικο
Γενικήτετραδιάτικουτετραδιάτικηςτετραδιάτικου
Αιτιατικήτετραδιάτικοτετραδιάτικητετραδιάτικο
Κλητικήτετραδιάτικετετραδιάτικητετραδιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραδιάτικοιτετραδιάτικεςτετραδιάτικα
Γενικήτετραδιάτικωντετραδιάτικωντετραδιάτικων
Αιτιατικήτετραδιάτικουςτετραδιάτικεςτετραδιάτικα
Κλητικήτετραδιάτικοιτετραδιάτικεςτετραδιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →