Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραεδρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωμετρία: ο σχετικός με τετράεδρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραεδρικός < τετράεδρο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραεδρικόςτετραεδρική / τετραεδρικητετραεδρικο / τετραεδρικό
Γενικήτετραεδρικούτετραεδρικήςτετραεδρικού
Αιτιατικήτετραεδρικότετραεδρικήτετραεδρικό
Κλητικήτετραεδρικέτετραεδρικήτετραεδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραεδρικοίτετραεδρικέςτετραεδρικά
Γενικήτετραεδρικώντετραεδρικώντετραεδρικών
Αιτιατικήτετραεδρικούςτετραεδρικέςτετραεδρικά
Κλητικήτετραεδρικοίτετραεδρικέςτετραεδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →