Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετρακυκλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανική: άνθος που αποτελείται από τέσσερα σπονδυλώματα ή κύκλους μορίων Βικιλεξικό
  2. χημεία: χαρακτηρισμός χημικής ένωσης στο μόριο της οποίας φέρονται τέσσερις δακτύλιοι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετρακυκλικός < τετρα- + κυκλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετρακυκλικόςτετρακυκλική / τετρακυκλικητετρακυκλικο / τετρακυκλικό
Γενικήτετρακυκλικούτετρακυκλικήςτετρακυκλικού
Αιτιατικήτετρακυκλικότετρακυκλικήτετρακυκλικό
Κλητικήτετρακυκλικέτετρακυκλικήτετρακυκλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετρακυκλικοίτετρακυκλικέςτετρακυκλικά
Γενικήτετρακυκλικώντετρακυκλικώντετρακυκλικών
Αιτιατικήτετρακυκλικούςτετρακυκλικέςτετρακυκλικά
Κλητικήτετρακυκλικοίτετρακυκλικέςτετρακυκλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →