Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραλεκτικός

/te.tɾa.le.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αποτελούμενος από τέσσερις λέξεις Βικιλεξικό
  2. λεγόμενος ή εκφραζόμενος με τέσσερις λέξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραλεκτικός < τετρα- + λεκτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραλεκτικόςτετραλεκτικήτετραλεκτικό
Γενικήτετραλεκτικούτετραλεκτικήςτετραλεκτικού
Αιτιατικήτετραλεκτικότετραλεκτικήτετραλεκτικό
Κλητικήτετραλεκτικέτετραλεκτικήτετραλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραλεκτικοίτετραλεκτικέςτετραλεκτικά
Γενικήτετραλεκτικώντετραλεκτικώντετραλεκτικών
Αιτιατικήτετραλεκτικούςτετραλεκτικέςτετραλεκτικά
Κλητικήτετραλεκτικοίτετραλεκτικέςτετραλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →