Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετρανιτρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημεία: χαρακτηρισμός χημικής ένωσης που φέρει στο μόριό της τέσσερις νιτροομάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετρανιτρικός < τετρα- + νιτρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετρανιτρικόςτετρανιτρική / τετρανιτρικητετρανιτρικο / τετρανιτρικό
Γενικήτετρανιτρικούτετρανιτρικήςτετρανιτρικού
Αιτιατικήτετρανιτρικότετρανιτρικήτετρανιτρικό
Κλητικήτετρανιτρικέτετρανιτρικήτετρανιτρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετρανιτρικοίτετρανιτρικέςτετρανιτρικά
Γενικήτετρανιτρικώντετρανιτρικώντετρανιτρικών
Αιτιατικήτετρανιτρικούςτετρανιτρικέςτετρανιτρικά
Κλητικήτετρανιτρικοίτετρανιτρικέςτετρανιτρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →