Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραποδίζω

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςμπουσουλώ Βικιλεξικό
  2. για άλογοβαδίζω με τετραποδισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραποδίζω < αρχαία ελληνική τετραποδίζω < τετράπους

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτετραποδίζωτετραποδίζειςτετραποδίζειτετραποδίζουμετετραποδίζετετετραποδίζουν / τετραποδίζουνε
Παρατατικόςτετραπόδιζατετραπόδιζεςτετραπόδιζετετραποδίζαμετετραποδίζατετετραποδίζαν / τετραποδίζανε / τετραπόδιζαν
Αόριστοςτετραπόδισατετραπόδισεςτετραπόδισετετραποδίσαμετετραποδίσατετετραποδίσαν / τετραποδίσανε / τετραπόδισαν
Μέλλονταςθα τετραποδίζω / θα τετραποδίσωθα τετραποδίζεις / θα τετραποδίσειςθα τετραποδίζει / θα τετραποδίσειθα τετραποδίζουμε / θα τετραποδίσουμεθα τετραποδίζετε / θα τετραποδίσετεθα τετραποδίζουν / θα τετραποδίζουνε / θα τετραποδίσουν / θα τετραποδίσουνε
Παρακείμενοςέχω τετραποδίσειέχεις τετραποδίσειέχει τετραποδίσειέχουμε τετραποδίσειέχετε τετραποδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τετραποδίσειείχες τετραποδίσειείχε τετραποδίσειείχαμε τετραποδίσει——
Υποτακτικήνα έχω τετραποδίσει / να τετραποδίζω / να τετραποδίσωνα έχεις τετραποδίσει / να τετραποδίζεις / να τετραποδίσειςνα έχει τετραποδίσει / να τετραποδίζει / να τετραποδίσεινα έχουμε τετραποδίσει / να τετραποδίζουμε / να τετραποδίσουμενα έχετε τετραποδίσει / να τετραποδίζετε / να τετραποδίσετενα τετραποδίζουν / να τετραποδίζουνε / να τετραποδίσουν / να τετραποδίσουνε
Προστακτική—τετραπόδιζε / τετραπόδισε——τετραποδίζετε / τετραποδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →