τετραποδίζω
•
- αρχαιοπρεπέςμπουσουλώ Βικιλεξικό
- για άλογοβαδίζω με τετραποδισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραποδίζω < αρχαία ελληνική τετραποδίζω < τετράπους
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τετραποδίζω | τετραποδίζεις | τετραποδίζει | τετραποδίζουμε | τετραποδίζετε | τετραποδίζουν / τετραποδίζουνε |
| Παρατατικός | τετραπόδιζα | τετραπόδιζες | τετραπόδιζε | τετραποδίζαμε | τετραποδίζατε | τετραποδίζαν / τετραποδίζανε / τετραπόδιζαν |
| Αόριστος | τετραπόδισα | τετραπόδισες | τετραπόδισε | τετραποδίσαμε | τετραποδίσατε | τετραποδίσαν / τετραποδίσανε / τετραπόδισαν |
| Μέλλοντας | θα τετραποδίζω / θα τετραποδίσω | θα τετραποδίζεις / θα τετραποδίσεις | θα τετραποδίζει / θα τετραποδίσει | θα τετραποδίζουμε / θα τετραποδίσουμε | θα τετραποδίζετε / θα τετραποδίσετε | θα τετραποδίζουν / θα τετραποδίζουνε / θα τετραποδίσουν / θα τετραποδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τετραποδίσει | έχεις τετραποδίσει | έχει τετραποδίσει | έχουμε τετραποδίσει | έχετε τετραποδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τετραποδίσει | είχες τετραποδίσει | είχε τετραποδίσει | είχαμε τετραποδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τετραποδίσει / να τετραποδίζω / να τετραποδίσω | να έχεις τετραποδίσει / να τετραποδίζεις / να τετραποδίσεις | να έχει τετραποδίσει / να τετραποδίζει / να τετραποδίσει | να έχουμε τετραποδίσει / να τετραποδίζουμε / να τετραποδίσουμε | να έχετε τετραποδίσει / να τετραποδίζετε / να τετραποδίσετε | να τετραποδίζουν / να τετραποδίζουνε / να τετραποδίσουν / να τετραποδίσουνε |
| Προστακτική | — | τετραπόδιζε / τετραπόδισε | — | — | τετραποδίζετε / τετραποδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →