Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραπόταμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ποταμός που προέρχεται από συμβολή τεσσάρων ποταμών Βικιλεξικό
  2. αυτός/ή/ό που περιλαμβάνει τέσσερις ποταμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραπόταμος < τετρα- + ποταμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραπόταμοςτετραπόταμητετραπόταμο
Γενικήτετραπόταμουτετραπόταμηςτετραπόταμου
Αιτιατικήτετραπόταμοτετραπόταμητετραπόταμο
Κλητικήτετραπόταμετετραπόταμητετραπόταμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραπόταμοιτετραπόταμεςτετραπόταμα
Γενικήτετραπόταμωντετραπόταμωντετραπόταμων
Αιτιατικήτετραπόταμουςτετραπόταμεςτετραπόταμα
Κλητικήτετραπόταμοιτετραπόταμεςτετραπόταμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →