Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραρχία

/te.tɾaɾˈçi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίασύστημα διοίκησης με χώρα ή τόπο διαιρεμένο σε τέσσερα μέρη ή επαρχίες με ξεχωριστή διοίκηση Βικιλεξικό
  2. ιστορίασύστημα διακυβέρνησης που δημιουργήθηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Διοκλητιανό, με τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε τέσσερις επαρχίες ή τετραρχίες Βικιλεξικό
  3. το καθένα από τα τέσσερα μέρη της τετραρχίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραρχία < αρχαία ελληνική τετραρχία (παλιότερη λέξη από το τετράρχης). Συγχρονικά αναλύεται σε τετρ- + -αρχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτετραρχίατετραρχίες
Γενικήτετραρχίαςτετραρχιών
Αιτιατικήτετραρχίατετραρχίες
Κλητικήτετραρχίατετραρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →