τετραρχία
•
- ιστορίασύστημα διοίκησης με χώρα ή τόπο διαιρεμένο σε τέσσερα μέρη ή επαρχίες με ξεχωριστή διοίκηση Βικιλεξικό
- ιστορίασύστημα διακυβέρνησης που δημιουργήθηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Διοκλητιανό, με τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε τέσσερις επαρχίες ή τετραρχίες Βικιλεξικό
- το καθένα από τα τέσσερα μέρη της τετραρχίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραρχία < αρχαία ελληνική τετραρχία (παλιότερη λέξη από το τετράρχης). Συγχρονικά αναλύεται σε τετρ- + -αρχία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραρχία | τετραρχίες |
| Γενική | τετραρχίας | τετραρχιών |
| Αιτιατική | τετραρχία | τετραρχίες |
| Κλητική | τετραρχία | τετραρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →