τετραφωσφορυλικός
•
- ο σχετικός με τετραφωσφορύλιο ή τετραφωσφορυλίωση Βικιλεξικό
- αυτός που φέρει στο μόριό του τέσσερις φωσφορυλομάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραφωσφορυλικός < τετρα- + φωσφορυλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραφωσφορυλικός | τετραφωσφορυλική / τετραφωσφορυλικη | τετραφωσφορυλικο / τετραφωσφορυλικό |
| Γενική | τετραφωσφορυλικού | τετραφωσφορυλικής | τετραφωσφορυλικού |
| Αιτιατική | τετραφωσφορυλικό | τετραφωσφορυλική | τετραφωσφορυλικό |
| Κλητική | τετραφωσφορυλικέ | τετραφωσφορυλική | τετραφωσφορυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραφωσφορυλικοί | τετραφωσφορυλικές | τετραφωσφορυλικά |
| Γενική | τετραφωσφορυλικών | τετραφωσφορυλικών | τετραφωσφορυλικών |
| Αιτιατική | τετραφωσφορυλικούς | τετραφωσφορυλικές | τετραφωσφορυλικά |
| Κλητική | τετραφωσφορυλικοί | τετραφωσφορυλικές | τετραφωσφορυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →