Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετραφωσφορυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τετραφωσφορύλιο ή τετραφωσφορυλίωση Βικιλεξικό
  2. αυτός που φέρει στο μόριό του τέσσερις φωσφορυλομάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τετραφωσφορυλικός < τετρα- + φωσφορυλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραφωσφορυλικόςτετραφωσφορυλική / τετραφωσφορυλικητετραφωσφορυλικο / τετραφωσφορυλικό
Γενικήτετραφωσφορυλικούτετραφωσφορυλικήςτετραφωσφορυλικού
Αιτιατικήτετραφωσφορυλικότετραφωσφορυλικήτετραφωσφορυλικό
Κλητικήτετραφωσφορυλικέτετραφωσφορυλικήτετραφωσφορυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτετραφωσφορυλικοίτετραφωσφορυλικέςτετραφωσφορυλικά
Γενικήτετραφωσφορυλικώντετραφωσφορυλικώντετραφωσφορυλικών
Αιτιατικήτετραφωσφορυλικούςτετραφωσφορυλικέςτετραφωσφορυλικά
Κλητικήτετραφωσφορυλικοίτετραφωσφορυλικέςτετραφωσφορυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →