τετραχλωροπαράγωγο
•
- χημεία: χαρακτηρίζεται το παράγωγο χημικής αντίδρασης όπου στο μόριό μιας χημικής ένωσης φέρονται (μετά από αντικατάσταση, συμπλήρωση ή προσθήκη) τέσσερα άτομα χλωρίου Βικιλεξικό
- τετραχλωροπαράγωγα είναι π.χ. το τετραχλωροοαιθάνιο, το τετραχλωροαιθυλένιο, η τετραχλωροδιβενζοδιοξίνη κ.ά,
Ετυμολογία
τετραχλωροπαράγωγο < τετρα- + χλώριο + παράγωγο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραχλωροπαράγωγο | τετραχλωροπαράγωγα |
| Γενική | τετραχλωροπαράγωγου / τετραχλωροπαραγώγου | τετραχλωροπαράγωγων / τετραχλωροπαραγώγων |
| Αιτιατική | τετραχλωροπαράγωγο | τετραχλωροπαράγωγα |
| Κλητική | τετραχλωροπαράγωγο | τετραχλωροπαράγωγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →