τετραχρωμία
•
- τυπογραφίαη μέθοδος τυπογραφικής ανατύπωσης εικόνων με τέσσερις πλάκες διαφορετικού χρώματος (κίτρινο, κόκκινο, μπλε και μαύρο) Βικιλεξικό
- (κατ' επέκταση) έντυπο που τυπώθηκε με την μέθοδο αυτή
- ο συνδυασμός τεσσάρων χρωμάτων για την παραγωγή ή δημιουργία ενός έργου Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του τετράχρωμου Βικιλεξικό
- ζωγραφικήμια μέθοδος χρησιμοποίησης των χρωμάτων, ιδιαίτερα στην βυζαντινή αγιογραφία της λεγόμενης "Κρητικής Σχολής" Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετραχρωμία < από το επίθετο τετράχρωμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετραχρωμία | τετραχρωμίες |
| Γενική | τετραχρωμίας | τετραχρωμιών |
| Αιτιατική | τετραχρωμία | τετραχρωμίες |
| Κλητική | τετραχρωμία | τετραχρωμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →