Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετριμμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. συνηθισμένος, κοινότοπος, καθόλου πρωτότυπος Βικιλεξικό
    • «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)

Ετυμολογία

τετριμμένος, μετοχή του παθητικού παρακειμένου τέτριμμαι του ρήματος τρίβω

Άλλοι τύποι

τετριμμένατετριμμένετετριμμένεςτετριμμένητετριμμένηςτετριμμένοτετριμμένοιτετριμμένοςτετριμμένουτετριμμένουςτετριμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →