τεφροδόχος
•
- το δοχείο που περιέχει τη στάχτη ενός νεκρού που αποτεφρώθηκε Βικιλεξικό
- Με απόφαση των ιταλικών αρχών, η ιταλική αστυνομία και στρατοχωροφυλακή (καραμπινιέροι) έχουν αρχίσει να διανέμουν τεφροδόχους θανόντων από κορωνοϊό στους οικείους τους, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η διασπορά του ιού. (Κορωνοϊός - Συγκλονιστικά πλάνα: Η Ιταλική αστυνομία μοιράζει τεφροδόχους στις οικογένειες, skai.gr, 14/04/2020 https://www.skai.gr/news/ygeia/koronoios-sygklonistika-plana-i-italiki-astynomia-moirazei-tefrodoxous-stis-oikogeneies)
Ετυμολογία
τεφροδόχος < τέφρ(α) + -ο- + -δόχος < δέχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεφροδόχος | τεφροδόχοι |
| Γενική | τεφροδόχου | τεφροδόχων |
| Αιτιατική | τεφροδόχο | τεφροδόχους |
| Κλητική | τεφροδόχε | τεφροδόχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →