Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεχνίτρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαη επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά ή ειρωνικόαυτή που είναι εξαιρετικά επιδέξια σε κάτι Βικιλεξικό
  3. επάγγελμαθηλυκό του τεχνίτης Βικιλεξικό
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Ετυμολογία

τεχνίτρα < τεχνίτης + κατάληξη θηλυκού -τρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεχνίτρατεχνίτρες
Γενικήτεχνίτρας—
Αιτιατικήτεχνίτρατεχνίτρες
Κλητικήτεχνίτρατεχνίτρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →