τεχνίτρα
•
- επάγγελμαη επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση Βικιλεξικό
- μεταφορικά ή ειρωνικόαυτή που είναι εξαιρετικά επιδέξια σε κάτι Βικιλεξικό
- επάγγελμαθηλυκό του τεχνίτης Βικιλεξικό
- Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
Ετυμολογία
τεχνίτρα < τεχνίτης + κατάληξη θηλυκού -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνίτρα | τεχνίτρες |
| Γενική | τεχνίτρας | — |
| Αιτιατική | τεχνίτρα | τεχνίτρες |
| Κλητική | τεχνίτρα | τεχνίτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →