τεχνητός
•
- που είναι κατασκευασμένος με τεχνικά μέσα και μοιάζει στην λειτουργία με κάτι φυσικό Βικιλεξικό
- τεχνητός δορυφόρος
- μονάδα τεχνητού νεφρού
- Ο Χατζιδάκις από την πλευρά του θεωρεί ότι «φυσική» είναι η γλώσσα η «συνήθως λαλούμενη και άμα γραφόμενη υπό ημών των πολλών», ενώ τεχνητή, η αρχαΐζουσα και η ψυχαρική. (Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, O Ψυχάρης και η εποχή του, ζητήματα γλώσσας, λογοτεχνίας και πολιτισμού, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών. Επιστημονική Συνάντηση, 2005, σελ. 350)
Ετυμολογία
τεχνητός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τεχνητός, και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική artificiel, αγγλική artificial.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνητός | τεχνητή | τεχνητό |
| Γενική | τεχνητού | τεχνητής | τεχνητού |
| Αιτιατική | τεχνητό | τεχνητή | τεχνητό |
| Κλητική | τεχνητέ | τεχνητή | τεχνητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνητοί | τεχνητές | τεχνητά |
| Γενική | τεχνητών | τεχνητών | τεχνητών |
| Αιτιατική | τεχνητούς | τεχνητές | τεχνητά |
| Κλητική | τεχνητοί | τεχνητές | τεχνητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →