τεχνογνωσία
•
- ένα σύνολο τεχνικών γνώσεων, σχετικών με ένα ορισμένο πεδίο Βικιλεξικό
- H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 https://www.kathimerini.gr/society/201082/diktyopeirateia-me-nees-methodoys/)
Ετυμολογία
τεχνογνωσία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνογνωσία | τεχνογνωσίες |
| Γενική | τεχνογνωσίας | τεχνογνωσιών |
| Αιτιατική | τεχνογνωσία | τεχνογνωσίες |
| Κλητική | τεχνογνωσία | τεχνογνωσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →