Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεχνοδομή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οι εξειδικευμένοι επιστήμονες και στελέχη με εμπειρία, τεχνογνωσία, με τεχνικά μέσα και εργαλεία καθώς και συμμετοχή στη λήψη (κρίσιμων) αποφάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεχνοδομή < τεχνο- + δομή (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική technostructure)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεχνοδομήτεχνοδομές
Γενικήτεχνοδομήςτεχνοδομών
Αιτιατικήτεχνοδομήτεχνοδομές
Κλητικήτεχνοδομήτεχνοδομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →