τεχνοκάπηλος
•
- λόγιοπου χρησιμοποιεί ή αντιμετωπίζει την τέχνη και τα καλλιτεχνήματα ως εμπορεύσιμο είδος για την προσπόριση οικονομικού οφέλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνοκάπηλος < τεχνο- + κάπηλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνοκάπηλος | τεχνοκάπηλοι |
| Γενική | τεχνοκάπηλου / τεχνοκαπήλου | τεχνοκάπηλων / τεχνοκαπήλων |
| Αιτιατική | τεχνοκάπηλο | τεχνοκάπηλους / τεχνοκαπήλους |
| Κλητική | τεχνοκάπηλε | τεχνοκάπηλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →