Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεχνοκριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τέχνηπου έχει σχέση με την τεχνοκριτική (την κριτική έργων τέχνης) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτεχνοκριτικός Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοτεχνοκριτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεχνοκριτικός < τέχνη + -ο- + κριτικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική critique d'art )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεχνοκριτικόςτεχνοκριτικήτεχνοκριτικό
Γενικήτεχνοκριτικούτεχνοκριτικήςτεχνοκριτικού
Αιτιατικήτεχνοκριτικότεχνοκριτικήτεχνοκριτικό
Κλητικήτεχνοκριτικέτεχνοκριτικήτεχνοκριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεχνοκριτικοίτεχνοκριτικέςτεχνοκριτικά
Γενικήτεχνοκριτικώντεχνοκριτικώντεχνοκριτικών
Αιτιατικήτεχνοκριτικούςτεχνοκριτικέςτεχνοκριτικά
Κλητικήτεχνοκριτικοίτεχνοκριτικέςτεχνοκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →