τεχνοκριτικός
•
- τέχνηπου έχει σχέση με την τεχνοκριτική (την κριτική έργων τέχνης) ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτεχνοκριτικός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτεχνοκριτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνοκριτικός < τέχνη + -ο- + κριτικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική critique d'art )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνοκριτικός | τεχνοκριτική | τεχνοκριτικό |
| Γενική | τεχνοκριτικού | τεχνοκριτικής | τεχνοκριτικού |
| Αιτιατική | τεχνοκριτικό | τεχνοκριτική | τεχνοκριτικό |
| Κλητική | τεχνοκριτικέ | τεχνοκριτική | τεχνοκριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνοκριτικοί | τεχνοκριτικές | τεχνοκριτικά |
| Γενική | τεχνοκριτικών | τεχνοκριτικών | τεχνοκριτικών |
| Αιτιατική | τεχνοκριτικούς | τεχνοκριτικές | τεχνοκριτικά |
| Κλητική | τεχνοκριτικοί | τεχνοκριτικές | τεχνοκριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →