τεχνολογικός
•
- που έχει σχέση με την τεχνολογία, βασίζεται ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
Ετυμολογία
τεχνολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική technologique < technologie < αρχαία ελληνική τέχνη + λέγω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνολογικός | τεχνολογική | τεχνολογικό |
| Γενική | τεχνολογικού | τεχνολογικής | τεχνολογικού |
| Αιτιατική | τεχνολογικό | τεχνολογική | τεχνολογικό |
| Κλητική | τεχνολογικέ | τεχνολογική | τεχνολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεχνολογικοί | τεχνολογικές | τεχνολογικά |
| Γενική | τεχνολογικών | τεχνολογικών | τεχνολογικών |
| Αιτιατική | τεχνολογικούς | τεχνολογικές | τεχνολογικά |
| Κλητική | τεχνολογικοί | τεχνολογικές | τεχνολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →