τεχνολογώ
•
- γραμματικήπροβαίνω σε γραμματική ανάλυση λέξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεχνολογώ < αρχαία ελληνική τεχνολογέω / τεχνολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τεχνολογώ | τεχνολογείς | τεχνολογεί | τεχνολογούμε | τεχνολογείτε | τεχνολογούν / τεχνολογούνε |
| Παρατατικός | τεχνολογούσα | τεχνολογούσες | τεχνολογούσε | τεχνολογούσαμε | τεχνολογούσατε | τεχνολογούσαν / τεχνολογούσανε |
| Αόριστος | τεχνολόγησα | τεχνολόγησες | τεχνολόγησε | τεχνολογήσαμε | τεχνολογήσατε | τεχνολογήσαν / τεχνολογήσανε / τεχνολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα τεχνολογήσω / θα τεχνολογώ | θα τεχνολογήσεις / θα τεχνολογείς | θα τεχνολογήσει / θα τεχνολογεί | θα τεχνολογήσουμε / θα τεχνολογούμε | θα τεχνολογήσετε / θα τεχνολογείτε | θα τεχνολογήσουν / θα τεχνολογήσουνε / θα τεχνολογούν / θα τεχνολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω τεχνολογήσει | έχεις τεχνολογήσει | έχει τεχνολογήσει | έχουμε τεχνολογήσει | έχετε τεχνολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τεχνολογήσει | είχες τεχνολογήσει | είχε τεχνολογήσει | είχαμε τεχνολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τεχνολογήσει / να τεχνολογήσω / να τεχνολογώ | να έχεις τεχνολογήσει / να τεχνολογήσεις / να τεχνολογείς | να έχει τεχνολογήσει / να τεχνολογήσει / να τεχνολογεί | να έχουμε τεχνολογήσει / να τεχνολογήσουμε / να τεχνολογούμε | να έχετε τεχνολογήσει / να τεχνολογήσετε / να τεχνολογείτε | να τεχνολογήσουν / να τεχνολογήσουνε / να τεχνολογούν / να τεχνολογούνε |
| Προστακτική | — | τεχνολόγει / τεχνολόγησε | — | — | τεχνολογήστε / τεχνολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →