τεϊοποτείο
•
- χώρος αναψυχής, κατάστημα που ορίζεται για το σερβίρισμα και την πόση τέιου, τσαγιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεϊοποτείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τεϊοποτεῖον, μαρτυρείται από το 1897 στο Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν του Άγγελου Βλάχου. Συγχρονικά αναλύεται σε τεϊο- + -ποτείο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεϊοποτείο | τεϊοποτεία |
| Γενική | τεϊοποτείου | τεϊοποτείων |
| Αιτιατική | τεϊοποτείο | τεϊοποτεία |
| Κλητική | τεϊοποτείο | τεϊοποτεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →