τζάζω
•
- αργκόδιώχνω (συνήθως κάποιον ανεπιθύμητο), ξεφορτώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζάζω < τζους < γερμανική tschüss
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τζάζω | τζάζεις | τζάζει | τζάζουμε | τζάζετε | τζάζουν / τζάζουνε |
| Παρατατικός | έτζαζα | έτζαζες | έτζαζε | τζάζαμε | τζάζατε | έτζαζαν / τζάζαν / τζάζανε |
| Αόριστος | έτζασα | έτζασες | έτζασε | τζάσαμε | τζάσατε | έτζασαν / τζάσαν / τζάσανε |
| Μέλλοντας | θα τζάζω / θα τζάσω | θα τζάζεις / θα τζάσεις | θα τζάζει / θα τζάσει | θα τζάζουμε / θα τζάσουμε | θα τζάζετε / θα τζάσετε | θα τζάζουν / θα τζάζουνε / θα τζάσουν / θα τζάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τζάσει | έχεις τζάσει | έχει τζάσει | έχουμε τζάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τζάσει | είχες τζάσει | είχε τζάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τζάσει / να τζάζω / να τζάσω | να έχεις τζάσει / να τζάζεις / να τζάσεις | να έχει τζάσει / να τζάζει / να τζάσει | να έχουμε τζάσει / να τζάζουμε / να τζάσουμε | να τζάζετε / να τζάσετε | να τζάζουν / να τζάζουνε / να τζάσουν / να τζάσουνε |
| Προστακτική | — | τζάζε / τζάσε | — | — | τζάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τζάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →