τζάμπα και βερεσέ
•
- μάταια, άδικα, χωρίς αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- Τόση ώρα μιλούσα τζάμπα και βερεσέ. Δε μ' άκουσε καθόλου.
Ετυμολογία
τζάμπα και βερεσέ < → δείτε τις λέξεις τζάμπα, και και βερεσέ (επίρρημα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →