Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζάμπα και βερεσέ

/ˈd͡zaba ce‿veɾeˈse/φράση
•
  1. μάταια, άδικα, χωρίς αποτέλεσμα Βικιλεξικό
    • Τόση ώρα μιλούσα τζάμπα και βερεσέ. Δε μ' άκουσε καθόλου.

Ετυμολογία

τζάμπα και βερεσέ < → δείτε τις λέξεις τζάμπα, και και βερεσέ (επίρρημα)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →