τζίβα
•
- είδος άγριου και ψιλού χορταριού, με το οποίο παλαιότερα γέμιζαν μαξιλάρια και στρώματα ή από το οποίο κατασκεύαζαν σχοινί) Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάσφουγγάρι φτιαγμένο από τέτοιο χορτάρι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτα μπλεγμένα (άλουστα και βρόμικα) μαλλιά κάποιου, που σχηματίζουν κόμπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζίβα < σλαβικής προέλευσης dzīva < dzīvs (που θάλλει, που αναπτύσσεται -για φυτό) < πρωτοβαλτοσλαβική *gīˀwas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷiwós / *gʷih₃wós (ζων, ζωντανός) < *gʷey- / *gʷī- (ζων, ζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζίβα | τζίβες |
| Γενική | τζίβας | — |
| Αιτιατική | τζίβα | τζίβες |
| Κλητική | τζίβα | τζίβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →