τζίκλα
•
- λαϊκότροποη τσίχλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζίκλα → δείτε τη λέξη τσίχλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζίκλα | τζίκλες |
| Γενική | τζίκλας | τζικλών |
| Αιτιατική | τζίκλα | τζίκλες |
| Κλητική | τζίκλα | τζίκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →