Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζίκλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη τσίχλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζίκλα → δείτε τη λέξη τσίχλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζίκλατζίκλες
Γενικήτζίκλαςτζικλών
Αιτιατικήτζίκλατζίκλες
Κλητικήτζίκλατζίκλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →