τζίτζικας
•
- έντομο ημερόβιο που ανήκει στα ημίπτερα και το καλοκαίρι κάνει τον χαρακτηριστικό επαναλαμβανόμενο ήχο "τζι-τζι-τζι..." Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Γεώργιος Σουρής, [1853-1919], Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Γ΄
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Δ΄ στίχ. 250 αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
τζίτζικας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέττιξ από την αιτιατική «τὸν τέττιγα» ή «τέττικα», (ηχομιμητική λέξη) με επίδραση του «τζι τζι»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζίτζικας | τζίτζικες |
| Γενική | τζίτζικα | τζιτζίκων |
| Αιτιατική | τζίτζικα | τζίτζικες |
| Κλητική | τζίτζικα | τζίτζικες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →