τζίφος
•
- οικείοαποτυχημένη προσπάθεια, χωρίς αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- Πήγα να πληρωθώ, αλλά τζίφος! Το ταμείο ήταν κλειστό.
Ετυμολογία
τζίφος < :# ίσως αραβικά zife ή zifa. :# ίσως τουρκικά zifos (λάσπη, (κατ’ επέκταση) ανόητος) < ποντιακά ζίφος / ζίφωνας < αρχαία ελληνική σίφων (αντιδάνειο) :# ίσως αρχαία ελληνική ψῆφος («που πήρε τη σημασία μηδέν»)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →