τζίφρα
•
- λαϊκότροποη υπογραφή με μονοκοντυλιά (ενίοτε δυσανάγνωστη) Βικιλεξικό
- βάλε μια τζίφρα εδώ και πάρ’ το το συμβόλαιο
- το μονόγραμμα, η μονογραφή Βικιλεξικό
- δυσανάγνωστη γραφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζίφρα < (άμεσο δάνειο) βενετική zifra < αραβική صِفْر (ʂifr)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζίφρα | τζίφρες |
| Γενική | τζίφρας | τζιφρών |
| Αιτιατική | τζίφρα | τζίφρες |
| Κλητική | τζίφρα | τζίφρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →