Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζίφρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη υπογραφή με μονοκοντυλιά (ενίοτε δυσανάγνωστη) Βικιλεξικό
    • βάλε μια τζίφρα εδώ και πάρ’ το το συμβόλαιο
  2. το μονόγραμμα, η μονογραφή Βικιλεξικό
  3. δυσανάγνωστη γραφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζίφρα < (άμεσο δάνειο) βενετική zifra < αραβική صِفْر (ʂifr)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζίφρατζίφρες
Γενικήτζίφραςτζιφρών
Αιτιατικήτζίφρατζίφρες
Κλητικήτζίφρατζίφρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →