Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζαμάλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαογραφίαμεγάλη υπαίθρια αποκριάτικη φωτιά που ανάβεται συλλογικά —κυρίως στην Ήπειρο— και γύρω από την οποία συγκεντρώνεται ο κόσμος για χορό και γλέντι, αποτελώντας στοιχείο τοπικού εθιμικού εορτασμού με συμβολισμό κοινοτικής σύναξης και εξαγνισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζαμάλα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζαμάλατζαμάλες
Γενικήτζαμάλαςτζαμαλών
Αιτιατικήτζαμάλατζαμάλες
Κλητικήτζαμάλατζαμάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →