τζαμάλα
•
- λαογραφίαμεγάλη υπαίθρια αποκριάτικη φωτιά που ανάβεται συλλογικά —κυρίως στην Ήπειρο— και γύρω από την οποία συγκεντρώνεται ο κόσμος για χορό και γλέντι, αποτελώντας στοιχείο τοπικού εθιμικού εορτασμού με συμβολισμό κοινοτικής σύναξης και εξαγνισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμάλα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμάλα | τζαμάλες |
| Γενική | τζαμάλας | τζαμαλών |
| Αιτιατική | τζαμάλα | τζαμάλες |
| Κλητική | τζαμάλα | τζαμάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →