τζαμάρα
•
- μουσικό όργανοπνευστό μουσικό όργανο με ανοιχτό επιστόμιο (ίδιο επιστόμιο με τη φλογέρα) αλλά μεγαλύτεροσε μήκος) Βικιλεξικό
- Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη.
- Ξύλινες τζαμάρες από την Ήπειρο. Μπρούτζινη τζαμάρα από την Ήπειρο. Καλαμένιες φλογέρες. εικόνες@archaiologia.gr
Ετυμολογία
τζαμάρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τζαμάρα, τύπος του ζαμάρα > αλβανική zamare και οθωμανική τουρκική زمارة (zammara) > αραβική زَمَّارَة (zammāra) > αραβική زَمَّرَ (zammara, (ρήμα) παίζω αυλό, πνευστό όργανο) < πρωτοσημιτική *zamar- : Δε σχετίζεται με το τζάμι < περσική جام (jām, ποτήρι, γυάλινο αντικείμενο).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμάρα | τζαμάρες |
| Γενική | τζαμάρας | — |
| Αιτιατική | τζαμάρα | τζαμάρες |
| Κλητική | τζαμάρα | τζαμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →