Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζαμάρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικός αυτοσχεδιασμός συγκροτήματος Βικιλεξικό
    • Από το 1967 ως το 1973, συνήθης κατάληξη των ποιητών και των χαροκόπων ήταν η συσπείρωση γύρω από μουσικά όργανα και το ολονύχτιο τζαμάρισμα. Ο Καλοκύρης μελοποίησε Καββαδία , δικά του και δικά μου , πρέπει να έχει ακόμη τις μπομπίνες. Πορφύρας, τεύχος 126, Κερκυραϊκή Ένωση Γραμμάτων και Τεχνών, 2008, σελ. 608
    • Το τρίο, επίσης, ενθαρρύνει όλους τους μουσικούς της πόλης να φέρουν τα όργανα τους για τζαμάρισμα. Σε κάποιες από τις τζαζ Τετάρτες μέχρι και επτά μουσικοί εμφανίζονται μαζί στη σκηνή. (Εδώ που οι Τετάρτες είναι τζαζ, city.sigmalive.com, 8/6/2015 https://city.sigmalive.com/article/2015/6/8/edo-poy-oi-tetartes-einai-tzaz/)
    • Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι άχρονοι και άτοποι. Και ακριβώς αυτό του επιτρέπει να συνομιλεί αφενός με τα περσικά ρουμπαγιάτ, αφετέρου με το ηπειρώτικο κλαρίνο, τις γκάιντες και το ροκ τζαμάρισμα. (Κωνσταντίνος Τσάβαλος, Αέρας Πεχλιβάνης: Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη: Όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι συντελεστές του δίσκου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

τζαμάρισμα < αγγλική jam session

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζαμάρισματζαμαρίσματα
Γενικήτζαμαρίσματοςτζαμαρισμάτων
Αιτιατικήτζαμάρισματζαμαρίσματα
Κλητικήτζαμάρισματζαμαρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →