τζαμάς
•
- επάγγελμαο τεχνίτης που τοποθετεί τζάμια σε παράθυρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμάς < τζάμ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμάς | τζαμάδες |
| Γενική | τζαμά | τζαμάδων |
| Αιτιατική | τζαμά | τζαμάδες |
| Κλητική | τζαμά | τζαμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →