Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζαμπάζης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένομεταπωλητής αλόγων, μουλαριών και γαϊδουριών Βικιλεξικό
    • Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
  2. παρωχημένοακροβάτης, σχοινοβάτης Βικιλεξικό
    • Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)
  3. παρωχημένοθηριοδαμαστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζαμπάζης < τουρκική cambaz (ακροβάτης, έμπορος αλόγων) < περσική جانباز (jânbâz)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζαμπάζηςτζαμπάζηδες
Γενικήτζαμπάζητζαμπάζηδων
Αιτιατικήτζαμπάζητζαμπάζηδες
Κλητικήτζαμπάζητζαμπάζηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →