τζαμπατζής
•
- μειωτικόπου συστηματικά προσπαθεί να αποκτήσει ή να απολαύσει κάτι δωρεάν, τζάμπα, χωρίς να πληρώσει Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) που παρακολουθεί μια παράσταση, συναυλία χωρίς να έχει πληρώσει εισιτήριο, αλλά με πρόσκληση ή συνοδεύοντας κάποιον
- μειωτικόπου προτιμάει φτηνιάρικα πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμπατζής < τουρκική cabacι < caba (ελεύθερος) < οθωμανική τουρκική جابا < αραβική جبى (jabā)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμπατζής | τζαμπατζήδες |
| Γενική | τζαμπατζή | τζαμπατζήδων |
| Αιτιατική | τζαμπατζή | τζαμπατζήδες |
| Κλητική | τζαμπατζή | τζαμπατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →