τζαμπατζίδικος
•
- που έχει σχέση με τζαμπατζή ή αναφέρεται σ’ αυτόν και την συμπεριφορά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμπατζίδικος < τζαμπατζ(ής) + -ίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμπατζίδικος | τζαμπατζίδικη | τζαμπατζίδικο |
| Γενική | τζαμπατζίδικου | τζαμπατζίδικης | τζαμπατζίδικου |
| Αιτιατική | τζαμπατζίδικο | τζαμπατζίδικη | τζαμπατζίδικο |
| Κλητική | τζαμπατζίδικε | τζαμπατζίδικη | τζαμπατζίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμπατζίδικοι | τζαμπατζίδικες | τζαμπατζίδικα |
| Γενική | τζαμπατζίδικων | τζαμπατζίδικων | τζαμπατζίδικων |
| Αιτιατική | τζαμπατζίδικους | τζαμπατζίδικες | τζαμπατζίδικα |
| Κλητική | τζαμπατζίδικοι | τζαμπατζίδικες | τζαμπατζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →