Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζαμπατζίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τζαμπατζή ή αναφέρεται σ’ αυτόν και την συμπεριφορά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζαμπατζίδικος < τζαμπατζ(ής) + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτζαμπατζίδικοςτζαμπατζίδικητζαμπατζίδικο
Γενικήτζαμπατζίδικουτζαμπατζίδικηςτζαμπατζίδικου
Αιτιατικήτζαμπατζίδικοτζαμπατζίδικητζαμπατζίδικο
Κλητικήτζαμπατζίδικετζαμπατζίδικητζαμπατζίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτζαμπατζίδικοιτζαμπατζίδικεςτζαμπατζίδικα
Γενικήτζαμπατζίδικωντζαμπατζίδικωντζαμπατζίδικων
Αιτιατικήτζαμπατζίδικουςτζαμπατζίδικεςτζαμπατζίδικα
Κλητικήτζαμπατζίδικοιτζαμπατζίδικεςτζαμπατζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →