τζαμπατζού
•
- θηλυκό του τζαμπατζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμπατζού < τζαμπατζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμπατζού | τζαμπατζούδες |
| Γενική | τζαμπατζούς | τζαμπατζούδων |
| Αιτιατική | τζαμπατζού | τζαμπατζούδες |
| Κλητική | τζαμπατζού | τζαμπατζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →