τζαμπεράκι
•
- ηλεκτρολογίαβλ. συνώνυμο: βραχυκυκλωτήρας ακίδων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμπεράκι < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική jumper, + + υποκοριστικό επίθημα -άκι, όπως έχει επικρατήσει στην ελληνική προφορική τεχνική ορολογία, λόγω του μικρού μεγέθους του εξαρτήματος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμπεράκι | τζαμπεράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τζαμπεράκι | τζαμπεράκια |
| Κλητική | τζαμπεράκι | τζαμπεράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →