τζαμωτό
•
- χώρος που τον περιβάλλουν τζάμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμωτό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τζαμωτός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζαμωτό | τζαμωτά |
| Γενική | τζαμωτού | τζαμωτών |
| Αιτιατική | τζαμωτό | τζαμωτά |
| Κλητική | τζαμωτό | τζαμωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →